Η έννοια του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας ως πολυσταδιακή νόσος τοποθετείται χρονικά στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο Rubin (1910) περιέγραψε τις ιστολογικές αλλαγές στο επιθήλιο του τραχήλου της μήτρας τις οποίες πίστευε ότι ήταν πρόδρομοι του διηθητικού πλακώδους καρκινώματος. Παρατήρησε ότι τα μη φυσιολογικά κύτταρα του πλακώδους επιθηλίου του τραχήλου ήταν παρόμοια με τα κύτταρα του διηθητικού καρκίνου. Αυτές οι αλλοιώσεις συνεπώς περιγράφηκαν ως «καρκίνωμα in situ» για να τονιστεί η δυνατότητα εξέλιξης σε καρκίνο αυτών των αλλοιώσεων. Τα επόμενα χρόνια οι παθολόγοι περιέγραψαν ένα μεγάλο εύρος πλακώδους ατυπίας στο επιθήλιο του τραχήλου της μήτρας, αλλά υπήρχε κάποια αβεβαιότητα για την δυνατότητα εξέλιξης προς κακοήθεια αυτών των αλλοιώσεων. Ο όρος «δυσπλασία» εισήχθη από τον Reagan et al (1953) για να περιγράψει τους μικρότερους βαθμούς ατυπίας. Οι δυσπλασίες διακρίθηκαν σε ήπια, μέτρια και σοβαρή. Η διάκριση αυτή εξαρτάται από την αναλογία του πάχους του τραχηλικού επιθηλίου που καταλαμβάνεται από νεοπλασματικά κύτταρα.
Το 1975 η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO) πρότεινε να χρησιμοποιείται ο όρος «καρκίνωμα in situ» για να περιγράψει αυτές τις αλλοιώσεις στις οποίες όλο το πάχος του επιθηλίου έχει αντικατασταθεί από αδιαφοροποίητα νεοπλασματικά κύτταρα. Η WHO επίσης πρότεινε να χρησιμοποιείται ο όρος «δυσπλασία» για τις νεοπλασματικές αλλοιώσεις του τραχήλου στις οποίες μόνο μέρος του πάχους του επιθηλίου έχει αντικατασταθεί από αδιαφοροποίητα νεοπλασματικά κύτταρα. Ήταν ευρέως αποδεκτό τότε ότι η δυσπλασία ήταν παθολογική κατάσταση που ήταν κλινικά διακριτή από το καρκίνωμα in situ, και δεν είχε δυνατότητα εξέλιξης προς κακοήθεια: επιπλέον ότι οι δυσπλασίες δεν χρειάζονταν θεραπεία.
Αυτή η υπόθεση αμφισβητήθηκε από τον Richart ο οποίος στην συνέχεια εισήγαγε την έννοια ότι ή ήπια, η μέτρια και η σοβαρή δυσπλασία καθώς και το καρκίνωμα in situ είναι συνεχόμενες, και η μια αλλοίωση εξελίσσεται στην επόμενη. Εισήγαγε τον όρο Tραχηλική Eνδοεπιθηλιακή Νεοπλασία (CIN) ως διακριτικό όρο που ενσωματώνει όλους τους βαθμούς δυσπλασίας συμπεριλαμβανομένου του καρκινώματος in situ.
Τρεις βαθμοί CIN αναγνωρίζονται πλέον: o CIN1 ανταποκρίνεται στην ήπια δυσπλασία, ο CIN2 ανταποκρίνεται στην μέτρια δυσπλασία, και ο CIN3 ανταποκρίνεται στην σοβαρή δυσπλασία και το καρκίνωμα in situ. Προοπτικές μελέτες υπέδειξαν ότι ο κίνδυνος της εξέλιξης του CIN σε διηθητικό καρκίνο αυξάνεται με τον βαθμό της CIN αλλοίωσης. Έτσι η πιθανότητα της εξέλιξης είναι μεγαλύτερη σε γυναίκες με CIN3 και μικρότερη σε γυναίκες με CIN1.
Η ορολογία της WHO καθώς και η CIN ορολογία χρησιμοποιούνται σήμερα από τους παθολογοανατόμους για να περιγράψουν το προδιηθητικό πλακώδες καρκίνωμα. Το σύστημα Bethesda (TBS) έχει εισάγει τους όρους HSIL και LSIL για να περιγράψει τις CIN αλλοιώσεις. Αυτές περιγράφονται στο κεφάλαιο της κυτταρολογίας. Η ισοδύναμη ορολογία φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.